Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

Η συμβολή των γυναικών στην επανάσταση του 1821


Γνωστές και άγνωστες γυναικείες μορφές της ελληνικής επανάστασης, που έδωσαν ακόμα και την ζωή τους για την ελευθεριά της πατρίδας μας.

Ελληνίδες, οι οποίες αγωνίστηκαν για την ελευθεριά και θυσιάστηκαν για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού, αλλά και γυναίκες, που διέθεσαν την περιουσία τους στον αγώνα και πέθαναν σε συνθήκες απόλυτης ένδειας.

Γυναίκες, όπως η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η Μαντώ Μαυρογένους, η Ελισάβετ Υψηλάντη, η Δόμνα Βιζβίζη και πολλές άλλες που μόνο μια λέξη τους ταιριάζει “ΑΘΑΝΑΤΕΣ”.

 Οι γυναίκες σε όλη την ελληνική επικράτεια, στην Πελοπόννησο, τα νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη, τη Στερεά Ελλάδα, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και την Ήπειρο, βοήθησαν ενεργά στην ελληνική επανάσταση του 1821, τόσο στα μετόπισθεν, όσο και στα πεδία των μαχών. Υπάρχουν καταγεγραμμένες μαρτυρίες ακόμα και για γυναίκες που ντύνονταν με αντρικά ρούχα και συμμετείχαν πολεμώντας στις μάχες.

Οι γυναίκες της Φιλικής Εταιρείας

Η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό, από τους Τσακάλωφ, Ξάνθο και Σκουφά, με σκοπό την προετοιμασία της απελευθέρωσης της Ελλάδας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αρχικά δεν επιτρεπόταν σ’ αυτήν η συμμετοχή γυναικών, στην πορεία, όμως, έδωσαν τον «φιλικό όρκο» αρκετές γυναίκες που βοήθησαν σημαντικά στη χρηματοδότηση του ελληνικού αγώνα.

Τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση ήταν η Ελισάβετ Υψηλάντη, μητέρα του Δημητρίου και του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Η προσφορά της είχε αναγνωριστεί ήδη από τα παιδιά της, που θεωρούσαν πως, χωρίς την προσφορά της μητέρας τους, το ξεκίνημα της επανάστασης θα αργούσε για πολύ ακόμα. Στη δράση των Φιλικών συμμετείχε ενεργά και η Ρωξάνη Σούτσου, γυναίκα του Μιχαήλ Σούτσου, τελευταίου Έλληνα ηγεμόνα της Μολδαβίας. Από επιστολή της που σώζεται μέχρι σήμερα, προκύπτει ότι η ανάμιξή της στα της οργάνωσης ήταν εξαιρετικά μεγάλη και γνώριζε ακόμα και ζητήματα γνωστά σε πολύ λίγους άντρες Φιλικούς.

Στη Φιλική Εταιρεία συμμετείχε και η θρακικής καταγωγής Δόμνα Βισβίζη, σύζυγος καπετάνιου, που αφιέρωσε τη ζωή της, τόσο στο έργο των Φιλικών πριν την επανάσταση, όσο και κατά τη διάρκειά της, πάνω στο πλοίο του συζύγου της, πρωτοστατώντας σε σημαντικά πολεμικά γεγονότα, όπως η πολιορκία της Εύβοιας το 1822.

Σημαντική «κατασκοπική» δράση είχε, στο πλαίσιο της Φιλικής Εταιρίας, και η Κωνσταντινοπολίτισσα Μαριγώ Ζαραφοπούλα, η οποία, μετά την προδοσία του Φιλικού Ασημάκη Θεοδώρου, που έδωσε μυστικά για την επικείμενη επανάσταση στους Τούρκους, ανέλαβε να μαθαίνει πληροφορίες γύρω από τον Θεοδώρου και να ενημερώνει σχετικά τους Φιλικούς. Όταν η δράση της έγινε γνωστή, συνελήφθη, φυλακίστηκε και εξορίστηκε. Δε σταμάτησε, όμως, εκεί το έργο της. Βοήθησε τους γιους του Π. Μαυρομιχάλη να δραπετεύσουν, όσο ήταν κρατούμενοι σε Οθωμανικές φυλακές. 

 

Ήπειρος και ελληνική επανάσταση

 Η επανάσταση στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία :: Τα Εκτάκια

Δύο από τα τρία ιδρυτικά μέλη της Φιλικής εταιρείας που προετοίμασαν το έδαφος για την Επανάσταση ήταν από την Ήπειρο, ο Νικόλαος Σκουφάς και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ (από Άρτα και Ιωάννινα αντίστοιχα). Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821 πολλές πόλεις και χωρία της περιοχής ύψωσαν την σημαία της επανάστασης και οι Ηπειρώτες συμμετείχαν ενεργά στις συγκρούσεις, εντός και εκτός Ηπείρου.

Με το πέρας της Επανάστασης (1830), η Ήπειρος δεν περιήλθε στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Όμως ιδιαίτερα έντονη υπήρξε η συμβολή των Ηπειρωτών ευεργετών στην ενίσχυση του κράτους, όπως του Γεωργίου Σταύρου, ιδρυτή και πρώτου διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, Γεώργιος Αβέρωφ, ιδρυτή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνίου. Ο πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδας (ως συνταγματικής μοναρχίας) υπήρξε ο Ηπειρώτης Ιωάννης Κωλέττης, από το Συρράκο.

Ζάκυνθος και ελληνική επανάσταση


 Η Ζάκυνθος από τις πρώτες ημέρες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 στάθηκε στο πλευρό της Φιλικής Εταιρείας στον αγώνα που έδινε κατά του οθωμανικού στρατού.

Από την Ζάκυνθο πέρασαν σχεδόν όλοι οι μεγάλοι οπλαρχηγοί της Επανάστασης, ανάμεσά τους ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Παπαφλέσσας και πολλοί άλλοι, οι οποίοι μετέφεραν στους Ζακυνθινούς το όραμα τους για ένα ελεύθερο Ελληνικό κράτος και δημιούργησαν ένα σημαντικό πυρήνα της Φιλικής Εταιρείας στο νησί, αποτελούμενο από τους Διονύσιο Ρώμα, Αναστάσιο Φλαμπουριάρη, Νικόλαο Κολυβά, Αντώνιο Μαρτελάο, Διονύσιο Σολωμό και άλλους.

Επίσης στη Ζάκυνθο στις 18 Δεκεμβρίου του 1818, άρχισε η μύηση των μελών της Φιλικής Εταιρείας, με πρώτους, τους Κολοκοτρώνη και Αναγνωσταρά που γινόταν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Παράλληλα, τα Ζακυνθινά μέλη της Φιλικής Εταιρείας έδωσαν τον δικό τους αγώνα για την απελευθέρωσης της Ελλάδας καθώς προμήθευαν με όπλα, τρόφιμα και χρήματα τους αγωνιστές στην Πελοπόννησο ενώ στη Ζάκυνθο έβρισκαν καταφύγιο πολλοί τραυματίες και πρόσφυγες.
Ο ύμνος εις την Ελευθερία

Το 1823, οι Τούρκοι πολιόρκησαν για πρώτη φορά το Μεσολόγγι. Τα κανόνια βροντούσαν κι οι κανονιές ακούγονταν ως τη Ζάκυνθο και τότε συνεπαρμένος ο Διονύσιος Σολωμός άρχισε να γράφει τον Ύμνο εις την Ελευθερία. Μέσα σ’ ένα μήνα, τον Μάιο του 1823, είχε συνθέσει τις 158 στροφές του. Στην συνέχεια ο ύμνος έκανε τον γύρο της επαναστατημένης Ελλάδας και μέσα στο 1824 μεταφράστηκε στα ιταλικά και τα γαλλικά, για να δημοσιευθεί από τον Κλοντ Φοριέλ (1872 - 1844).

Στις 21 Οκτωβρίου 1825, ο «Ύμνος εις την Ελευθερία» δημοσιεύεται στο πέμπτο φύλλο της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος. Ενθουσιασμένος ο συνθέτης Νικόλαος Μάντζαρος (1795 - 1873) μελοποίησε τις πρώτες στροφές. Στα 1864, το ελληνικό κράτος κατάργησε τον ύμνο των Βαυαρών και καθιέρωσε εθνικό ύμνο τις δύο πρώτες στροφές του ποιήματος. Όμως, ο Διονύσιος Σολωμός δεν ζούσε πια να δει τη μεγάλη τιμή που του γινόταν. Είχε πεθάνει από τον Φεβρουάριο του 1857, καθιερωμένος στη συνείδηση όλου του κόσμου ως εθνικός ποιητής της Ελλάδας.


Η σφαγή των Ζακυνθινών από τους Άγγλους

Το 1821 τα Επτάνησα Αγγλοκρατούνται με τους Βρετανούς να είναι εχθρικοί απέναντι στους Έλληνες επαναστάτες και βοηθούν τους Τούρκους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τη Ζάκυνθο σαν ασφαλές ορμητήριο ενώ τροφοδοτούνταν από τον Αγγλικό στρατό με τρόφιμα και όπλα.

Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1821, ο ελληνικός στόλος, υπό τον Ανδρέα Μιαούλη επιτέθηκε σε πλοίο του τουρκικού στόλου με αποτέλεσμα το τουρκικό πλοίο να πάρει φωτιά και να χάσει είκοσι από τους εξήντα άνδρες του.

Το φλεγόμενο πλοίο προσάραξε στη θέση Υψόλιθος στο Καλαμάκι Ζακύνθου όπου το περίμεναν οι Ζακυνθινοί όπου όρμησαν εναντίον του τουρκικού πληρώματος.

Οι Άγγλοι που έφθασαν στην παραλία του Καλαμακίου, δέχτηκαν και αυτοί επίθεση από τους εξαγριωμένους κατοίκους της Ζακύνθου με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο στρατιώτες και να τραυματιστεί ένας αξιωματικός.

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι Βρετανοί κατακτητές να στείλουν στη Ζάκυνθο δύο φρεγάτες με πεζικό και πυροβολικό και αρχηγό τον ανθαρμοστή Άνταμ. Όπως γράφει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, αμέσως επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος στο νησί, απαγορεύτηκε η κυκλοφορία, έκλεισαν οι εκκλησίες και άρχισαν οι έλεγχοι σε όλα τα σπίτια.

Ακολούθησε στρατοδικείο με τους Ζακυνθινούς φυλακισμένους κατηγορούμενους να δικάζονται για εσχάτη προδοσία. Στη δίκη καταδικάστηκαν σε θάνατο επτά άτομα. Ο ένας από τους κατηγορούμενους κατάφερε απέδρασε πηγαίνοντας στη Πελοπόννησο, τον δεύτερο που ήταν ιερέας δεν τον σκότωσαν, ενώ τους άλλους πέντε τους απαγχόνισαν, αφού τους δήμευσαν την περιουσία.

Σαν να μην έφτανε αυτό οι Άγγλοι κατακτητές βύθισαν τα πτώματα των κρεμασμένων σε βραστή πίσσα, τα έκλεισαν σε σιδερένια κλουβιά και τα τοποθέτησαν σε πασσάλους πάνω στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία. Τα τέσσερα από τα πέντε πτώματα, καταφαγωμένα από τα όρνεα, έμειναν στον Προφήτη Ηλία έως το 1831, δηλαδή δέκα ολόκληρα χρόνια, ενώ το σώμα του Κλαυδιανού, που είχε τοποθετηθεί στην είσοδο του χωριού του, Φιολίτι, απομακρύνθηκε το 1836, δηλαδή 15 χρόνια αργότερα.

Πηγή: iefimerida.gr - https://www.iefimerida.gr/ellada/i-symboli-tis-zakynthoy-stin-epanastasi-toy-1821

Κρήτη και ελληνική επανάσταση


 Η Ελληνική Επανάσταση στην Κρήτη ήταν η επανάσταση των υπόδουλων Ελλήνων της Κρήτης έναντι των Οθωμανών κατακτητών, που ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1821 και κράτησε ως το 1830. Παρά τις επιτυχίες των επαναστατών η Κρήτη δεν περιελήφθηκε στο νέο Ελληνικό Κράτος. 

 

Η απόφαση για την επανάσταση

Οι Κρητικοί, όταν πληροφορήθηκαν το ξέσπασμα της επανάστασης στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά, αποφάσισαν να εξεγερθούν. Η απόφαση πάρθηκε στις συσκέψεις που έγιναν στα Σφακιά στις 7 Απριλίου (Γλυκά Νερά) και 15 Απριλίου 1821 (Μοναστήρι της Παναγίας της Θυμιανής) και συμμετείχαν οπλαρχηγοί και πρόκριτοι από όλη σχεδόν την Κρήτη. Έγινε, τότε, προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η έλλειψη όπλων και πλοίων με έκκληση στην Ύδρα για παροχή βοήθειας. Η επαναστατική διάθεση των Κρητών δεν υποχώρησε, ακόμα κι όταν οι επίσκοποι του νησιού διάβαζαν στις εκκλησίες τον αφορισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε' και συνιστούσαν ηρεμία στους κατοίκους. Από την άλλη πλευρά, οι πληροφορίες για ξεσηκωμό των Κρητικών εξαγρίωσαν τους Τούρκους, που συνέλαβαν, βασάνισαν και απαγχόνισαν τον επίσκοπο Κισσάμου Μελχισεδέκ, φυλάκισαν τους επισκόπους Κυδωνίας Καλλίνικο και Ρεθύμνης Γεράσιμο αλλά προχώρησαν και σε κακοποιήσεις χριστιανών στα Χανιά (19 Μαΐου 1821). Στις 21 Μαΐου 1821 οργανώθηκε στο Λουτρό των Σφακίων, ως απάντηση στις Τουρκικές αγριότητες, η "Καγκελλαρία", μία τοπική κυβέρνηση, και κηρύχθηκε επίσημα η επανάσταση. Η διαταγή των Πασάδων της Κρήτης για καθολικό αφοπλισμό των Χριστιανών δεν έγινε δεκτή από τους επαναστάτες, που κατασκεύασαν φυσέκια ("χαρτούτσια") από τα βιβλία εκκλησιών και μοναστηριών και βόλια από τα βαρίδια των ζυγαριών, για να λύσουν το πρόβλημα των πολεμοφοδίων].

Οι πρώτες μάχες

Δημήτριος Κουρμούλης, γιος του αρχηγού της σημαντικής οικογένειας των Κουρμούληδων, Μιχαήλ. Μετά τον θάνατό του πατέρα του το 1824, ανέλαβε την αρχηγία της οικογένειας.

Η πρώτη μεγάλη νίκη των επαναστατών σημειώθηκε στις 14 Ιουνίου 1821 στο Λούλο Χανίων, όπου εξοντώθηκε ένα σώμα γενιτσάρων από τα Χανιά και σκοτώθηκε ο αρχηγός τους Ταμπουρατζής, από τους Σφακιανούς οπλαρχηγούς Ιωάννη Χάλη, Ιωάννη Παπαδογεωργάκη, Παπανδρέα, Σήφακα και Βαρδουλομανούσο. Οι Τούρκοι απάντησαν με σφαγές αμάχων, λεηλασίες σπιτιών, μαγαζιών και εκκλησιών στα Χανιά. Οι σφαγές επεκτάθηκαν στο Ρέθυμνο και στις 23-24 Ιουνίου στο Μεγάλο Κάστρο (Ηράκλειο), όπου οι νεκροί έφτασαν τους 700, ανάμεσά τους ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Γεράσιμος και οι επίσκοποι Κνωσσού, Χερρονήσου, Λάμπης και Σφακίων, Σητείας και Διοπόλεως. Στη Σητεία οι νεκροί ήταν 300. Στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου οι Κρητικοί νίκησαν στο Ζουρίδι με επικεφαλής τους Αν. Δεληγιάννη και Π. Μανουσέλη (Μάχη των Ρουστίκων) αλλά και στις Καλύβες και στο Βοθειακό με επικεφαλής τους Ρ.Βουρδουμπά, Γ.Τσουδερό, Πωλογεωργάκη, Μεληδόνη και Μιχ. Κουρμούλη. Ο τελευταίος ανήκε στη γνωστή οικογένεια των Κουρμούληδων, που ήταν Τουρκοκρητικοί αλλά, συγκλονισμένοι από τις σφαγές των Ελλήνων, φανέρωσαν ότι ήταν κρυπτοχριστιανοί και τάχθηκαν με το μέρος των επαναστατών.

Παρά τα κέρδη των Κρητικών από τις μάχες αυτές σε όπλα και πολεμοφόδια, η έλλειψή τους ήταν ακόμα σημαντική. Έτσι απηύθυναν έκκληση στην Ύδρα για να στείλει στην Κρήτη τόσο πολεμοφόδια όσο και άνδρες, χωρίς όμως να εισακουστούν.

Οι προσπάθειες των Τούρκων να καταπνίξουν την επανάσταση στα Σφακιά

Στις αρχές Ιουλίου οι Έλληνες νίκησαν στο χωριό Γάλλου και ανάγκασαν τους Τούρκους, που στόχευαν να καταπνίξουν την επανάσταση στα Σφακιά, να επιστρέψουν στο Ρέθυμνο. Μία ακόμη μεγάλη νίκη κέρδισαν οι Έλληνες στους Λάκκους εναντίον του Λατίφ Πασά των Χανιών, που επιχείρησε να καταστείλει την επανάσταση στο Θέρισο, αναγκάζοντάς τον να επιστρέψει και να κλειστεί στο Κάστρο των Χανίων. Οι Ιωάννης και Βασίλης Χάλης, Αντώνης Φασούλης και Γ.Δασκαλάκης πρωταγωνίστησαν στη μάχη αυτή.

Στα μέσα Ιουλίου 1821 εξελίχθηκε νέα προσπάθεια των Τούρκων να χτυπήσουν τους επαναστάτες στα Σφακιά. Η επιχείρηση οργανώθηκε από τον Σερίφ πασά του Ηρακλείου που όρισε αρχηγό των 8.000 ανδρών που συγκέντρωσε τον Καούνη. Οι Τούρκοι, ενισχυμένοι και με δυνάμεις από το Ρέθυμνο, κατέλαβαν τα χωριά Καλλικράτης και Ασκύφου. Στις 18 Ιουλίου έγινε συντονισμένη επίθεση των Σφακιανών στο Ασκύφου με αρχηγούς τούς Μανουσέλη, Δεληγιαννάκη, Πωλογεωργάκη, Ρ. Βουρδουμπά και Γ. Δασκαλάκη. Οι απώλειες των Τούρκων ήταν μεγάλες και υποχώρησαν προς το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο.

Η τρίτη προσπάθεια των Τούρκων να καταλάβουν τα Σφακιά εκδηλώθηκε στο τέλος Ιουλίου 1821, με την κοινή εκστρατεία των πασάδων του Ηρακλείου, Ρεθύμνου και Χανίων, Σερίφ, Οσμάν και Λατίφ αντίστοιχα. Την 1η Αυγούστου οι Έλληνες επιτέθηκαν πρώτοι στην Επισκοπή αλλά έχασαν τη μάχη. Οι Τούρκοι από τα στενά του Αλμυρού μπήκαν στην επαρχία Αποκορώνου, κατέστρεψαν πολλά χωριά και εξόντωσαν 3.000 αμάχους. Η κρισιμότητα της κατάστασης οδήγησε τους Σφακιανούς να κάνουν έκκληση στις Σπέτσες για βοήθεια (13 Αυγούστου 1821), αφού οι Υδραίοι δεν είχαν ανταποκριθεί.

Παρά την νίκη των Ελλήνων στις Αλίακες (19 Αυγούστου 1821) οι Τούρκοι έφτασαν στα Σφακιά, νικώντας τους Σφακιανούς στο Ασκύφου (29 Αυγούστου 1821). Πολλά γυναικόπαιδα θανατώθηκαν και αιχμαλωτίσθηκαν και όσα μπόρεσαν κατέφυγαν στη Γαύδο. Παρά την νίκη τους οι Τούρκοι γνώριζαν ότι η επανάσταση δεν είχε κατασταλεί, αφού πολλοί πολεμιστές είχαν καταφύγει σε ορεινές περιοχές.

Η επανάσταση υπό την ηγεσία του Αφεντούλιεφ

Η σφραγίδα του Αφεντούλιεφ
Η σφραγίδα του Αφεντούλιεφ, διορισμένου διοικητή της Κρήτης (1822-23).
Η υπογραφή του Μιχαήλ Αφεντούλιεφ
Η υπογραφή του Μιχαήλ Αφεβτούλιεφ (1769-1855).

Μετά την αποχώρηση των Τούρκων Πασάδων από τα Σφακιά η επανάσταση ξανάρχισε, καθώς οι τουρκικές δυνάμεις κλείστηκαν στα κάστρα, ενώ οι Έλληνες επέστρεψαν στα χωριά τους. Την κρίσιμη αυτή στιγμή γινόταν αναγκαία η ύπαρξη ενιαίας ηγεσίας του αγώνα στην Κρήτη, αφού υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ των Σφακιανών οπλαρχηγών και εκείνων από τις άλλες περιοχές του νησιού. Οι Κρητικοί ζήτησαν από τον Δημήτριο Υψηλάντη να ορίσει γενικό αρχηγό της επανάστασης στην Κρήτη, προτείνοντας όμως διαφορετικά πρόσωπα. Οι μεν Σφακιανοί πρότειναν τον Αλέξανδρο Καντακουζηνό, που αρνήθηκε την πρόταση, οι δε οπλαρχηγοί από την υπόλοιπη Κρήτη τον Μιχαήλ Κουρμούλη[8], που είχε αναδειχθεί στις μάχες στο νησί. Τελικά, ο Δ.Υψηλάντης όρισε τον Μιχαήλ Κομνηνό Αφεντούλιεφ ή Αφεντούλη γενικό αρχηγό της επανάστασης στην Κρήτη. Αυτός έφθασε στην Κρήτη στις 25 Οκτωβρίου 1821 με πολεμικό υλικό και τρόφιμα, όμως πολύ λίγα σε σχέση με όσα ήταν απαραίτητα για τον αγώνα, και επέλεξε ως έδρα της διοικήσεώς του το Λουτρό Σφακίων. Από εκεί εξέδιδε τις διαταγές του που στην αρχή φαινόταν ότι έβρισκαν "αρίστην υποδοχήν εις τά πνεύματα των Κρητών" κατά τον Κριτοβουλίδη.

Στο τέλος αυτής της χρονιάς (1821) οι Τούρκοι των Χανίων απέτυχαν να καταλάβουν τους Λάκκους και τη Μαλάξα. Στην επιχείρηση των Ελλήνων κατά της Κανδάνου, πρωτεύουσα της επαρχίας Σελίνου, σκοτώθηκε ο οπλαρχηγός Γ. Δασκαλάκης.

Δεύτερο έτος της Επανάστασης (1822)

Φιλονικίες μεταξύ των αγωνιστών

Τους δύο πρώτους μήνες του έτους τα σημαντικότερα στρατιωτικά γεγονότα ήταν η κατάληψη της Μονής Αρκαδίου από τους Τούρκους αλλά και η ανακατάληψη της από τους Κρητικούς, όπως και οι συνεχείς νίκες των Ελλήνων στα Ακόνια, το Μυλοπόταμο και τα Ανώγεια). Οι νίκες, όμως, αυτές έμειναν ουσιαστικά ανεκμετάλλευτες λόγω των φιλονικιών των οπλαρχηγών Σφακίων (Ρούσος Βουρδουμπάς) και Μυλοπόταμου (Μεληδόνης) που οδήγησαν στο φόνο του Μεληδόνη από τον Βουρδουμπά σε λογομαχία.

Άφιξη του Φιλέλληνα Ιωσήφ Βαλέστ και προσπάθεια κατάκτησης του Ρεθύμνου

Ο Ιωσήφ Βαλέστ ή Βαλέστρας (Joseph Balestra, - 1822) ήταν Γάλλος φιλέλληνας αξιωματικός, κορσικανικής καταγωγής, πού γεννήθηκε στην Κρήτη.

Στις 20 Μαρτίου 1822 αποβιβάσθηκε στην Κρήτη ο Φιλέλληνας Γάλλος συνταγματάρχης Joseph Balestra (Ιωσήφ Βαλέστ), σταλμένος από τον Δ. Υψηλάντη. Αυτός διαφοροποίησε τη στρατηγική στον αγώνα των Κρητικών. Ο Balestra θεωρούσε ότι ο αγώνας έπρεπε να επικεντρωθεί στην κατάκτηση μίας πόλης - φρουρίου, επιλέγοντας το Ρέθυμνο ως καταλληλότερο στόχο. Κι αυτό γιατί, με το Ρέθυμνο ως κέντρο, θα ήταν ευκολότερη και αποτελεσματικότερη η διεύθυνση των επιχειρήσεων σε σχέση με το Λουτρό Σφακίων που ήταν απομακρυσμένο στο Νότο.

Ο Μιχαήλ Αφεντούλιεφ, με σκοπό την κατάκτηση του Ρεθύμνου όρισε τον Balestra ως αρχηγό των ελληνικών στρατευμάτων. Στη μάχη όμως του Κάστελλου (ΝΔ του Ρεθύμνου), στις 14 Απριλίου 1822, ανάμεσα στον ελληνικό στρατό (4000 άνδρες) και τον τουρκικό από το Ρέθυμνο και το Μεγάλο Κάστρο (5000 άνδρες) οι Έλληνες ηττήθηκαν και υποχώρησαν. Ο Balestra αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και αποκεφαλίστηκε.

Οι σημαντικές νίκες των Ελλήνων και ο αποκλεισμός των Τούρκων στα φρούρια

Μετά την αποτυχία της κατάληψης του Ρεθύμνου οι Έλληνες πέτυχαν νίκες στην περιοχή του Μυλοπόταμου, καθώς και έξω από το φρούριο των Χανίων (Τάρατσος), κατορθώνοντας να καταστρέψουν και τους αγωγούς ύδρευσης του φρουρίου.

Αυτή τη χρονική στιγμή, με την επανάσταση σε έξαρση και τους Τούρκους αποκλεισμένους στα κάστρα, έφθασε στην Κρήτη ως εκπρόσωπος της Κεντρικής Διοίκησης της Ελλάδας, ο Πέτρος Σκυλίτσης Ομηρίδης, προκειμένου να συγκροτήσει τοπική συνέλευση. Η συνέλευση πραγματοποιήθηκε στους Αρμένους Αποκορώνου και από τις εργασίες της προέκυψε το «Προσωρινόν Πολίτευμα της νήσου Κρήτης» (21 Μαΐου 1822), κείμενο σημαντικό για την πολιτική κι οικονομική οργάνωση του νησιού. Επίσης, στους Αρμένους σταθεροποιήθηκε η θέση του Αφεντούλιεφ ως γενικού αρχηγού της επανάστασης με τον τίτλο του «Γενικού Επάρχου της Νήσου», πράγμα απαραίτητο για την επικράτηση πνεύματος ομόνοιας στις πολεμικές επιχειρήσεις.

Άφιξη αιγυπτιακού στόλου

Ο Αγώνας στην Κρήτη μπήκε σε κρίσιμη φάση, όταν ο Σουλτάνος ζήτησε τη βοήθεια του αντιβασιλιά της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή, για να καταπνίξει την επανάσταση στο νησί. Πράγματι, στις 28 Μαΐου 1822 ο αιγυπτιακός στόλος κατέπλευσε στη Σούδα με 114 πλοία, από τα οποία 30 ήταν αιγυπτιακά πολεμικά και τα υπόλοιπα φορτηγά και μεταγωγικά, τα περισσότερα γαλλικά, που μετέφεραν στρατό και πολεμοφόδια. Στο νησί αποβιβάσθηκαν 10000 πεζοί στρατιώτες (κυρίως Αλβανοί μισθοφόροι) και 500 ιππείς, με αρχηγό τον Χασάν Πασά. Τόσο ο Αφεντούλιεφ όσο και ο Σκυλίτσης υποτίμησαν αρχικά τον κίνδυνο από την αποβίβαση του αιγυπτιακού στρατού.

Στις αρχές του Ιουνίου πραγματοποιήθηκε ελληνική επίθεση εναντίον του στρατοπέδου των Τουρκοαιγυπτίων στις Αλυκές και οι Κρητικοί νίκησαν στη Μαλάξα. Μάλιστα, η νίκη θα ήταν μεγαλύτερη αν η επίθεση γινόταν μεσάνυχτα, όπως αρχικά σχεδιάστηκε, κι όχι ξημέρωμα. Κατά Κριτοβουλίδη «μέγα μέρος του εχθρικού στρατεύματος ήθελεν εξολοθρευθή, καί η Κρήτη έκτοτε ήθελεν απαλλαχθή από πολλά δεινά». Σαν απάντηση στην ελληνική νίκη ο Χασάν Πασάς επιχείρησε να καταλάβει τη Μαλάξα συγκεντρώνοντας δύναμη 12000 ανδρών (Τούρκοι Χανίων, Σελίνου και Κισσάμου και Αιγύπτιοι) απέναντι σε 2000 Έλληνες. Οι Κρητικοί επιτέθηκαν πρώτοι στα Τσουκαλαριά και παρά τον, αρχικά, αμφίρροπο χαρακτήρα της μάχης υποχώρησαν στη Μαλάξα, που τελικά εγκατέλειψαν και έπεσε χωρίς μάχη στα χέρια των εχθρών (13 Ιουνίου 1822). Ο Μιχαήλ Αφεντούλιεφ σε επιστολή του προς την κυβέρνηση της Πελοποννήσου παρουσίασε την πολύ δύσκολη κατάσταση και ζήτησε στρατιωτική και οικονομική ενίσχυση για την συνέχεια του αγώνα (17 Ιουνίου 1822).

Επανάσταση της Ανατολικής Κρήτης

Στις 18 Ιουλίου 1822 οι Έλληνες εξολόθρευσαν, στον Κρουσώνα, ένα μέρος των δυνάμεων του Σερίφ Πασά του Ηρακλείου (350 Αλβανούς), ο οποίος λίγες μέρες πριν είχε καταστρέψει τα Ανώγεια. Ακολούθησε ο ξεσηκωμός της ανατολικής Κρήτης (Λασήθι, Μιραμπέλλο, Σητεία) που λόγω διαφόρων συνθηκών (τρομοκρατία, λεηλασίες, έλλειψη όπλων) δεν είχε εξεγερθεί. Με όπλα που αγοράστηκαν με χρήματα του βαθύπλουτου Ψαριανού Ιωάννη Βαρβάκη], εγκατεστημένου τότε στη Ρωσία, οι επαναστάτες χτύπησαν τους Τούρκους και τους ανάγκασαν να κλειστούν στα φρούρια της Σπιναλόγγας και της Ιεράπετρας.

Προτάσεις για υποταγή

Στη Δυτική Κρήτη ο Χασάν πασάς, βλέποντας τη γενναία αντίσταση των Ελλήνων, αποφάσισε να μεταχειριστεί άλλο τρόπο για να τους υποτάξει. Εξανάγκασε τον αποφυλακισμένο, για το σκοπό αυτό, επίσκοπο Κυδωνίας Καλλίνικο να ζητήσει από τους επαναστάτες παράδοση των όπλων και υποταγή. Αλλά και ο ίδιος ζήτησε από τους επαναστάτες υποταγή στον αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή, παρουσιάζοντάς τον ως φιλάνθρωπο ηγεμόνα. Και στις δύο περιπτώσεις η απάντηση των Κρητικών ήταν αρνητική, οδηγώντας τον Χασάν Πασά στην απειλή για εξολόθρευση όλων των ανυπότακτων πληθυσμών.

Παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες απέτυχαν να καταλάβουν την Μαλάξα, όπου στην μάχη χάθηκαν πολλοί Σφακιανοί και ο αρχηγός τους Αναγν. Πρωτοπαπαδάκης, οι Τούρκοι την εγκατέλειψαν στο τέλος του 1822. Την 1η Αυγούστου ο Χασάν Πασάς κινήθηκε προς τους Λάκκους και τη Θέρισο που κυρίευσε στις 4 Αυγούστου. Οι μεγάλες απώλειες του από τις συνεχείς μάχες στην περιοχή (500 νεκροί) τον ανάγκασαν, να αποσυρθεί στην πεδιάδα της Κυδωνίας (Μουρνιές και Περιβόλια). Έτσι αδυνατώντας να καταστείλει την επανάσταση στη δυτική Κρήτη, στράφηκε στην πρόσφατα εξεγερμένη ανατολική, ώστε να μη σταθεροποιηθεί εκεί η επανάσταση. Με συνεχείς στρατιωτικές επιχειρήσεις και λεηλασίες, με απειλές και υποσχέσεις κατάφερε να υποτάξει τους Λασηθιώτες. (Οκτώβριος 1822).

Ρήξη μεταξύ οπλαρχηγών και του Αφεντούλιεφ

Σε αυτή την κρίσιμη για την επανάσταση στιγμή κορυφώθηκε η προ υπάρχουσα αντίθεση ανάμεσα στον Μιχαήλ Αφεντούλιεφ και τους οπλαρχηγούς, ιδιαίτερα τους Σφακιανούς, που οδήγησε στη ρήξη. Ενώ ο «Γενικός Έπαρχος της νήσου» κατηγορούσε τους οπλαρχηγούς ότι δεν πειθαρχούσαν στις εντολές του, η Καγκελλαρία των Σφακίων ζήτησε από την κυβέρνηση στην Πελοπόννησο την αντικατάσταση του Αφεντούλιεφ και τον ορισμό νέου γενικού αρχηγού της επανάστασης. Μάλιστα, πριν η κυβέρνηση απαντήσει, ο Αφεντούλιεφ συνελήφθη και καθαιρέθηκε από το αξίωμά του. Η διοίκηση, πλέον, στην Κρήτη ασκούνταν προσωρινά από την Καγκελλαρία. Στις 28 Νοεμβρίου 1822, οι Κρητικοί ζήτησαν να ορισθεί στη θέση του διοικητή ο Υδραίος Εμμανουήλ Τομπάζης, αδελφός του ναυάρχου Ιάκωβου Τομπάζη, κάτι που έγινε αργότερα, τον Απρίλιο του 1823.

Τρίτο έτος της Επανάστασης (1823)

Ο Εμμανουήλ Τομπάζης Αρμοστής της Κρήτης

Στην αρχή του 1823 το μεγαλύτερο μέρος του νησιού και τα φρούρια βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο των Τούρκων. Οι αντιθέσεις μεταξύ των οπλαρχηγών συνεχίζονταν, καθώς οι Σφακιανοί απαιτούσαν την αρχηγία σε όλες τις περιοχές, ενώ οι οπλαργηγοί από την υπόλοιπη Κρήτη ήθελαν την αρχηγία στις περιοχές τους.

Το Φεβρουάριο του 1823 στο χωριό Μίλατο της επαρχίας Μιραμπέλλου 2.000 άμαχοι που είχαν καταφύγει σε μία σπηλιά, για να σωθούν από τους Τούρκους, εξοντώθηκαν. Είτε σφάχτηκαν είτε πουλήθηκαν ως δούλοι. Την ίδια περίοδο συγκεντρώθηκε μια ισχυρή ελληνική δύναμη (5.000 άνδρες) στη δυτική Κρήτη, στις επαρχίες Κισσάμου και Σελίνου, η οποία περιόρισε τους Τούρκους αυτών των επαρχιών στα φρούρια του Καστελλίου (Κίσσαμος) και Κανδάνου (Σέλινος).

Στις 23 Απριλίου 1823 ο Εμμανουήλ Τομπάζης διορίστηκε Αρμοστής (διοικητής) της Κρήτης και έφτασε στο νησί στις 22 Μαΐου με ενισχύσεις, δηλαδή στόλο οκτώ πλοίων, 1.200 άνδρες, πυροβολικό (15 κανόνια) και χρήματα.

Η κατάληψη του φρουρίου του Καστελλίου από τους επαναστάτες

Η παρουσία του αναζωογόνησε την επανάσταση, τουλάχιστον στην δυτική Κρήτη. Αμέσως ο Τομπάζης άρχισε την πολιορκία του φρουρίου του Καστελλίου (Κίσσαμος). Κάτω από την απειλή του σφοδρού βομβαρδισμού του φρουρίου από το ελληνικό πυροβολικό, έπεισε τους Τούρκους να παραδώσουν το φρούριο και να μεταφερθούν μέσω της θάλασσας στα Χανιά (25 Μαΐου 1823). Το φρούριο του Καστελλίου ήταν το πρώτο που κατέλαβαν οι Έλληνες στην Κρήτη. Επιπλέον, αυτή η επιτυχία έκανε ευκολότερη και ταχύτερη την επικοινωνία μεταξύ της Κρήτης και της κυρίως Ελλάδας, καθώς αυτή γινόταν μέσω του κόλπου της Κισσάμου στη βόρεια Κρήτη αντί του Λουτρού Σφακίων στη νότια.

Η πολιορκία του φρουρίου της Κανδάνου

Πέντε μέρες μετά, στις 30 Μαΐου 1823, το ελληνικό στράτευμα (5000 άνδρες) εξεστράτευσε στην επαρχία Σελίνου και άρχισε να πολιορκεί το φρούριο της Κανδάνου. Οι Σελινιώτες Τούρκοι, που ήταν οι πιο αξιόμαχοι της Κρήτης, πείσθηκαν από τον Τομπάζη να εγκαταλείψουν την Κάνδανο και να καταφύγουν στα Χανιά . Στην απόφαση τους αυτή συντέλεσαν τρεις παράγοντες:

  • Η επιδημία πανώλης που τους αποδεκάτιζε,
  • Η εμπιστοσύνη που είχαν στον Τομπάζη για την στάση του στην παράδοση του Καστελλίου.

Η συμφωνία όμως παραβιάστηκε από αρκετούς Κρητικούς, κυρίως Σφακιανούς, παρά την επιμονή του Τομπάζη να τηρηθεί. Θεώρησαν ότι τους είχε δοθεί μια μεγάλη ευκαιρία να εξοντώσουν τους πιο επικίνδυνους αντιπάλους τους, τους Σελινιώτες Τούρκους. Έτσι, επιτέθηκαν στους Τούρκους που αποχωρούσαν και εξολόθρευσαν πολλούς, περίπου 800. Οι περισσότεροι όμως, σώθηκαν από τους Τούρκους των Χανίων, που ειδοποιήθηκαν για το σχέδιο των Ελλήνων και έσπευσαν να τους βοηθήσουν.

Άφιξη Αιγυπτιακού στόλου υπό τον Ισμαήλ Γιβραλτάρ

Τον Ιούνιο του 1823 έφθασε στην Κρήτη ο αιγυπτιακός στόλος υπό την αρχηγία του Ισμαήλ Γιβραλτάρ και αποβίβασε στο νησί τακτικό αιγυπτιακό στράτευμα 5000 ανδρών, 300 πυροβολητές αλλά και Γάλλους αξιωματικούς που υπηρετούσαν ως μισθοφόροι στον αιγυπτιακό στρατό. Νέος αρχηγός των αιγυπτιακών δυνάμεων ήταν ο Χουσεΐν Μπέης, γαμπρός του Μεχμέτ Αλή, στη θέση του Χασάν Πασά που είχε σκοτωθεί πέφτοντας από το άλογο του. Έτσι, το καλοκαίρι του 1823, οι δυνάμεις των Τουρκοαιγυπτίων στην Κρήτη έφθαναν περίπου τις 25.000 άνδρες

Κάμψη της επανάστασης στην Κρήτη

Στις 26 Ιουνίου 1823 ψηφίστηκε σε συνέλευση στην Αρκούδαινα του Αποκορώνου ο διοικητικός «διοργανισμός» της Κρήτης σε μία προσπάθεια να οργανωθεί καλύτερα ο αγώνας και να αντιμετωπιστούν οι εσωτερικές αντιθέσεις και οι φιλονικίες. Όμως, παρά την απόφαση στην Αρκούδαινα, αυτό δεν κατορθώθηκε. Έτσι, απέτυχε η προσπάθεια του Τομπάζη να οργανώσει την επιχείρηση πολιορκίας των φρουρίων Χανίων, Ρεθύμνου και Ηρακλείου.

Στις 20 Αυγούστου 1823 ελληνικό στράτευμα 3.000 ανδρών (2.000 με αρχηγό τον Σφακιανό Ρούσο Βουρδουμπά και 1.000 με αρχηγό τον Τομπάζη) συγκρούστηκε με τουρκικό 10.000 ανδρών στις Αμουργέλλες (νότια του Ηρακλείου). Η μάχη έληξε με ήττα των Ελλήνων που είχαν σημαντικές απώλειες (300 νεκροί). Τον Οκτώβριο του 1823 ο Χουσεΐν μπέης εξεστράτευσε στον Μυλοπόταμο. Στο σπήλαιο Γεροντόσπηλιο του Μελιδονίου (ανατολικά του Ρεθύμνου) κλείστηκαν περισσότεροι από 400 Μελιδονίτες, μεταξύ των οποίων 30 ένοπλοι και πολλά γυναικόπαιδα, πολιορκούμενοι από τους εχθρούς.

Στις 11 Δεκεμβρίου 1823 οι Έλληνες απέτυχαν να καταλάβουν το φρούριο της Γραμβούσας. Στα τέλη του Δεκέμβρη η κατάσταση ήταν κρίσιμη και μόνο με ενίσχυση από την κεντρική Ελληνική Κυβέρνηση, όπως έλεγε ο Τομπάζης, μπορούσε η επανάσταση να συνεχισθεί. Αν και οι Έλληνες αντιμετώπιζαν τις υπέρτερες δυνάμεις των εχθρών, Τούρκων, Αιγυπτίων, Αλβανών αλλά και Γάλλων μισθοφόρων, ο αγώνας συνεχίσθηκε για αρκετούς ακόμη μήνες.

Τέταρτο έτος της Επανάστασης (1824)

Ενώ ο Τομπάζης απέτυχε τόσο να ενώσει τους οπλαρχηγούς σε κοινή δράση κατά του εχθρού όσο και να εξασφαλίσει ενισχύσεις από την Ελλάδα, ο Χουσεΐν Μπέης με ισχυρές δυνάμεις συνέχισε την καταστολή της επανάστασης

Καταστροφή του Μελιδονίου

Τον Ιανουάριο του 1824 εξολοθρεύτηκαν οι έγκλειστοι στη σπηλιά του Μελιδονίου. Αν και αμύνθηκαν για τρεις μήνες αποκρούοντας όλες τις επιθέσεις των πολιορκητών, τελικά υπέκυψαν. Οι Τούρκοι άνοιξαν μια οπή στην οροφή του σπηλαίου και έριξαν εύφλεκτες ύλες στο εσωτερικό του. Ακόμα, άναψαν και φωτιά στην είσοδο του σπηλαίου, με αποτέλεσμα οι πολιορκημένοι να πεθάνουν από ασφυξία (24 Ιανουαρίου 1824).

Στην συνέχεια ο Χουσεΐν Mπέης εξεστράτευσε κατά της Μεσσαράς (νότια του Ηρακλείου) και μετά εισέβαλε στο Ρέθυμνο. Εκείνη την περίοδο, εγκαταλείφθηκε η σχεδιαζόμενη επιχείρηση καταστροφής Aιγυπτιακών πλοίων στη Σούδα λόγω ελλείψεως κατάλληλων και επαρκών μέσων.

Τον Φεβρουάριο του 1824 ο Χουσεΐν Μπέης εξεστράτευσε στον Αποκόρωνα (ανατολικά των Χανίων) και στρατοπέδευσε στην Επισκοπή. Ζήτησε από τους κατοίκους του Αποκόρωνα να δηλώσουν υποταγή μέσα σε τρεις μέρες και, μετά την αδυναμία των Ελλήνων να τον αντιμετωπίσουν στον Αλμυρό, εισέβαλε στην επαρχία και την λεηλάτησε. Τότε ο Τομπάζης απηύθυνε έκκληση στην ελληνική κυβέρνηση να αποστείλει δεκαπέντε πλοία για ενίσχυση του αγώνα. Η κυβέρνηση μετέφερε το αίτημα στην Ύδρα και τις Σπέτσες, αλλά η ανταπόκριση σ' αυτό δεν ήταν έγκαιρη.

Η πτώση των Σφακίων

Στα μέσα Μαρτίου 1824 ο Χουσεΐν κινήθηκε προς τα Σφακιά, που αποτελούσαν το κέντρο της επανάστασης. Χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση έφτασε στο λιμάνι του Λουτρού, όπου οι Έλληνες ανατίναξαν τις αποθήκες πολεμοφοδίων και τροφίμων, για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού. Η ενέργεια αυτή σταμάτησε για λίγο την προέλαση των Τούρκων και έτσι πολλοί Κρητικοί σώθηκαν είτε φεύγοντας με πλοία στην Γαύδο είτε βρίσκοντας καταφύγιο στα βουνά των Σφακίων.   Η πτώση των Σφακίων έκαμψε το ηθικό των κατοίκων πολλών περιοχών που δήλωσαν υποταγή, όπως η Κυδωνία (Χανιά). Με την βοήθεια και την μεσολάβηση του ελληνικής καταγωγής προξένου της Αυστρίας στο Ηράκλειο Δερκουλέ, ο Χουσεΐν ζήτησε από τους Κρητικούς να υποταχθούν, προκειμένου να σώσουν τη ζωή και την περιουσία τους. Όμως, χωρίς να περιμένει, εισέβαλε στις επαρχίες Κισσάμου και Σελίνου και τις υπέταξε. Η επιδρομή του συνοδεύτηκε από θηριωδίες κατά των κατοίκων και λεηλασίες, ενώ οι Έλληνες ανατίναξαν το φρούριο της Κισσάμου.

Η υποταγή της Κρήτης

Τότε έφθασαν τα 15 πλοία της Ύδρας για να βοηθήσουν στον αγώνα, αλλά ήταν πλέον αργά. Τελικά, χρησιμοποιήθηκαν για την διάσωση του άμαχου πληθυσμού, έφυγαν όμως με αυτά και ένοπλοι που μεταφέρθηκαν στα νησιά του Αιγαίου και την Πελοπόννησο (Μονεμβασία). Πολλοί από τους Κρητικούς που αποχώρησαν πέθαναν εξαιτίας των κακουχιών (πείνα, αρρώστιες). Συνολικά, τους πρώτους μήνες του 1824 έφυγαν από την Κρήτη περίπου 60.000 κάτοικοι.

Στις 12 Απριλίου 1824 ο διοικητής της Κρήτης Εμμανουήλ Τομπάζης αναχώρησε από το νησί, υποσχόμενος βοήθεια όταν επιστρέψει στην Ελλάδα. Η υποταγή της Κρήτης είχε συντελεστεί. Ο αγώνας εναντίον των Τουρκοαιγυπτίων συνεχίστηκε στα βουνά με σποραδικές ενέργειες ανταρτικών σωμάτων.

Η επανάσταση στην Κρήτη 1825-1828

Ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης.

Η επανάσταση στην Μεγαλόνησο συντηρήθηκε από μεμονωμένες επιθέσεις ανταρτών σε χωριά και φρούρια των Τούρκων. Εκείνη την περίοδο κατέφθασαν στο νησί Κρητικοί, που είχαν καταφύγει στην Πελοπόννησο και τα νησιά και επέστρεψαν με στόχο την ουσιαστική επανέναρξη της Κρητικής επανάστασης. Έτσι, καταλαμβάνεται το φρούριο της Γραμβούσας στα δυτικά του νησιού από τους επαναστάτες, με αρχηγούς τους Δημήτριο Καλλέργη και Εμμανουήλ Αντωνιάδη, στις 9 Αυγούστου του 1825.Το φρούριο χρησιμοποιήθηκε ως ορμητήριο νέων επιχειρήσεων.

Οι επαναστάτες που το κατοίκησαν έκαναν ορισμένες πολύ σημαντικές κινήσεις:

  • Έκτισαν έναν οικισμό καθώς και την Παναγία την Κλεφτρίνα
  • Ίδρυσαν σχολείο
  • Δημιούργησαν το «Κρητικό Συμβούλιο» μια διοικητική επιτροπή
  • Αγόρασαν την γολλέτα του Τομπάζη «Περικλής» για την μεταφορά εφοδίων και τροφίμων στο φρούριο 

Μάλιστα, κατέφυγαν στην πειρατεία για την εξασφάλιση των απαραίτητων πολεμοφοδίων και τροφίμων. Η φήμη ότι στο υπό ίδρυση ελληνικό κράτος θα περιλαμβάνονταν οι επαναστατημένες περιοχές αναζωογόνησε τον αγώνα. Στις αρχές του 1828 έφθασε από την Ελλάδα στην Κρήτη ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης με ένα μικρό σώμα πεζών και ιππέων. Το Μάρτιο του 1828 μαζί με τον Ιωάννη Χάλη κατέλαβαν το φρούριο Φραγκοκάστελλο στα Σφακιά με σκοπό να κινητοποιήσουν τις γειτονικές περιοχές. Όμως ο Χατζημιχάλης και πολλοί αγωνιστές σκοτώθηκαν στην επίθεση που πραγματοποίησαν οι Τούρκοι με επικεφαλής τον Μουσταφά πασά.

Η επανάσταση στην Κρήτη 1828-1830

Η περίοδος αυτή συνέπεσε με την άφιξη και την παραμονή στην Ελλάδα του Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη. Ο Καποδίστριας επιδιώκοντας να επαναφέρει την ασφάλεια στις ελληνικές θάλασσες έστειλε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στη Γραμβούσα για να καταστείλει την πειρατεία. Στην επιχείρηση συμμετείχαν αγγλικά και γαλλικά πλοία που κατέστρεψαν τα πλοία των επαναστατών, ενώ το φρούριο πέρασε στα χέρια των Άγγλων.

Παρά την αρνητική αυτή εξέλιξη η επανάσταση δεν έσβησε στην Κρήτη. Αυτό δε συνέβη ούτε όταν έφθασε στο νησί ο βαρώνος Ρέινεκ, ως αντιπρόσωπος του Καποδίστρια, μεταφέροντας την επιθυμία του Κυβερνήτη για σταμάτημα της επαναστατικής δράσης. Έτσι, το καλοκαίρι του 1828 οι Κρητικοί έλεγχαν ολόκληρο το νησί ενώ οι Τούρκοι βρίσκονταν αποκλεισμένοι στα φρούρια.

Η αλλαγή της πολιτικής του Καποδίστρια απέναντι στην Κρήτη συνδέθηκε με την αποστολή του Εμμανουήλ Τομπάζη στο νησί και την αποτυχημένη απόπειρά του να καταλάβει τη Σητεία, τη μόνη περιοχή που ελέγχονταν από τους Τούρκους.

Η κατάσταση δεν άλλαξε ούτε κατά την τη διάρκεια της θητείας των επόμενων αντιπροσώπων του Κυβερνήτη, του Άγγλου Χαν και του Νικόλαου Ρενιέρη, καθώς το νησί βρισκόταν στην κατοχή των επαναστατών με τους Τούρκους να έχουν περιοριστεί στα φρούρια Χανίων, Ρεθύμνου και Ηρακλείου.

Όμως, παρά τη θετική αυτή εξέλιξη η Κρήτη δεν περιλήφθηκε στα σύνορα του νέου ελληνικού κράτους που ιδρύθηκε με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (22/011/1830). Αν και καλλιεργούνταν ελπίδες ότι στο νέο ελληνικό κράτος θα περιλαμβάνονταν όλες οι επαναστατημένες περιοχές, η Κρήτη παρέμεινε υπό οθωμανική εξουσία κυρίως λόγω απαίτησης της Μεγάλης Βρεττανίας. Οι Κρητικοί με την προκήρυξη του "Κρητικού Συμβουλίου" στους Μαργαρίτες Μυλοποτάμου (12 Απριλίου 1830) εξέφρασαν την πικρία και τη αγανάκτησή τους για το γεγονός αυτό, στρεφόμενοι τόσο κατά του Καποδίστρια όσο και κατά των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο αγώνας συνεχίστηκε αλλά η Επανάσταση σταμάτησε λόγω απαγόρευσης εφοδιασμού με όπλα από την ανεξάρτητη πλέον Ελλάδα και του αποκλεισμού του νησιού από τη Μεγάλη Βρεττανία δια θαλάσσης. Όμως η οριστική καταδίκη της Κρήτης έγινε το 1830, στις 22 Ιανουαρίου ή 4 Φεβρουαρίου. Τότε, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία συνομολόγησαν στην οριστική ίδρυση του ελληνικού κράτους, εξαιρώντας τελεσίδικα την Κρήτη και τη Σάμο απʼ αυτό. Με τη συνθήκη αυτή ορίστηκε βασιλιάς της Ελλάδας ο πρίγκιπας του Sachsen – Goburg Gotha Λεοπόλδος. Ο Λεοπόλδος μερικούς μήνες αργότερα αρνήθηκε το θρόνο, διαφωνώντας και με την εξαίρεση της Κρήτης από το νέο ελληνικό κράτος. Στη θέση του ορίστηκε ο Όθωνας. Επέστρεψαν (προσυμφωνημένα) την Κρήτη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία προσωρινά, η Τουρκία έγινε και πάλι κυρίαρχος στην Κρήτη και την πούλησε στον αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο σουλτάνο στη διάρκεια της Επανάστασης, τόσο στην Κρήτη όσο και στο Μοριά.

Μεσσηνία και ελληνική επανάσταση


 Η Μεσσηνία πρωτοστάτησε στην ελληνική επανάσταση.

 Η απελευθέρωση της Καλαμάτας (23 Μαρτίου 1821) ήταν ένα από τα πρώτα επεισόδια της Επανάστασης του 1821. Μετά από τέχνασμα των Ελλήνων επαναστατών, οι Τούρκοι τους παρέδωσαν την πόλη χωρίς να προβάλλουν αντίσταση. Από τις αρχές Μαρτίου 1821, η δράση του Παπαφλέσσα, του Αναγνωσταρά και του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη είχε προκαλέσει πολεμικό αναβρασμό στη Μάνη, παρά τους δισταγμούς του μπέη της, Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Η επαναστατική κίνηση του 1821 στην Πελοπόννησο θεωρείται ότι άρχισε στη Μάνη τελετουργικά την 17η Μαρτίου, με δοξολογία και την ύψωση της πρώτης επαναστατικής σημαίας. Μόλις διαδόθηκε η είδηση, άρχισαν να συρρέουν στη νότια Πελοπόννησο αγωνιστές από διάφορες περιοχές.

Από το απόγευμα της 22ας Μαρτίου έως τα χαράματα της επόμενης ημέρας, πήραν θέσεις στα υψώματα γύρω από την Καλαμάτα, 2.000 ένοπλοι της "Δυτικής Σπάρτης". Αυτοί είχαν αρχηγούς τον Κολοκοτρώνη, τους Μούρτζινους, τους Κουμουντουράκηδες, τους Κυβέλλους, τους Χρηστέηδες και τον Παναγιώτη Βενετσανάκο. Από την άλλη πλευρά της πόλης κινήθηκαν ένοπλοι υπό τον Παπαφλέσσα, τον Νικηταρά, τον Κεφάλα και τον Αναγνωσταρά, συμπληρώνοντας τον αποκλεισμό της πόλης. Τότε μόνο ο διοικητής Αρναούτογλου κατάλαβε την παγίδα αλλά, αποκλεισμένος καθώς ήταν, δεν μπορούσε πια να διαφύγει προς την Τριπολιτσά (σημ. Τρίπολη). Αποφάσισε τότε να συγκεντρωθούν οι Τούρκοι στα σπίτια της πόλης που προσφέρονταν για άμυνα. Ωστόσο, με την είσοδο των επαναστατών στην Καλαμάτα, στις 23 Μαρτίου, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης συμβούλευσε τον Αρναούτογλου να εγκαταλείψει τις σκέψεις για αντίσταση, αφού αυτή θα ήταν μάταιη, και να παραδοθεί. Έτσι την ίδια ημέρα ο Τούρκος διοικητής παρέδωσε με έγγραφη συμφωνία την πόλη και τον οπλισμό της φρουράς της.

Το μεσημέρι, 24 ιερείς και ιερομόναχοι ευλόγησαν, μετά από συγκινητική δοξολογία, τις ελληνικές σημαίες και όρκισαν τους επαναστάτες. Η τελετή αυτή έλαβε χώρα στις όχθες του Νέδωνα, μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα, ενώ ακούγονταν οι καμπάνες και οι θριαμβευτικές κραυγές των Ελλήνων. Για τη δοξολογία, είχαν συρρεύσσει χιλιάδες κόσμου κάθε ηλικίας – οπλισμένων, αμάχων, γυναικών και παιδιών. Περί το μεσημέρι ήλθαν και οι πολεμικοί αρχηγοί με τις σημαίες τους. Εκεί, κοντά στον βυζαντινό ναό των Αγίων Αποστόλων (κατά την επικρατούσα άποψη), συγκεντρώθηκαν 24 ιερείς και ιερομόναχοι (ο μητροπολίτης Χρύσανθος Παγώνης ήταν αιχμάλωτος στην Τριπολιτσά) φέροντες τα ιερατικά άμφια και τις άγιες εικόνες, ευλόγησαν τις επαναστατικές σημαίας και ανέπεμψαν δεήσεις υπέρ του αγώνα. Ο Πετρόμπεης, έδωσε όρκο ότι θα αγωνισθεί μέχρις εσχάτων για την ελευθερία της πατρίδας. Ορκίστηκαν και όλοι οι πολεμιστές, σηκώνοντας το χέρι.

Η «προειδοποίησις εις τας ευρωπαϊκάς αυλάς» του Μαυρομιχάλη (23 Μαρτίου 1821).

Στη συνέχεια, έγινε σύσκεψη των οπλαρχηγών κατά την οποία συστάθηκε επαναστατική επιτροπή με το όνομα "Μεσσηνιακή Γερουσία" η οποία θα συντόνιζε τον αγώνα. Ηγέτης της, τιμητικά, διορίστηκε ο Πετρόμπεης στον οποίο δόθηκε ο τίτλος "αρχιστράτηγος των Σπαρτιατικών δυνάμεων". Στην ίδια σύσκεψη συζητήθηκαν επίσης οι επόμενες επαναστατικές ενέργειες. Ο Κολοκοτρώνης πρότεινε να προχωρήσουν όλοι μαζί προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου, με σκοπό να προλάβουν την περαιτέρω ενίσχυση της Τριπολιτσάς, η οποία έπρεπε να είναι ο βασικός στόχος των επαναστατών. Αντίθετα, οι Μεσσήνιοι και ο Πετρόμπεης ήθελαν να πολιορκηθούν τα μεσσηνιακά κάστρα των επαρχιών Μεθώνης και Κορώνης, τα οποία αποτελούσαν κίνδυνο για τους Έλληνες των περιοχών αυτών. Τελικά αποφασίστηκε ο Πετρόμπεης με τους πιο ηλικιωμένους προκρίτους να μείνουν στην Καλαμάτα για να συντονίζουν τις επιχειρήσεις και τον ανεφοδιασμό των αγωνιστών, ο Κολοκοτρώνης, ο Παπαφλέσσας, ο Αναγνωσταράς και ο Κεφάλας να κινηθούν προς το το εσωτερικό της Πελοποννήσου και οι υπόλοιποι επαναστάτες να πολιορκήσουν τα μεσσηνιακά κάστρα.


Η δεκαμελής επιτροπή, η οποία σε κάποια έγγραφα ονομάζεται «Μεσσηνιακή Γερουσία» και σε άλλα «Σύγκλητος η εν Καλαμάτα», θεωρείται η πρώτη πολιτική εξουσία της ελεύθερης Ελλάδας. Δεν είναι απολύτως γνωστά τα πρόσωπα που μετείχαν σ’ αυτή την επιτροπή. Τις προκηρύξεις της υπογράφει μόνον ο Πετρόμπεης. Με ημερομηνία 23 Μαρτίου ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και η Μεσσηνιακή Γερουσία ανακοίνωσαν διεθνώς, με το έγγραφο «Προειδοποίησις εις τας ευρωπαϊκάς αυλάς», την κήρυξη της Επανάστασης. Η επαναστατική αυτή προκήρυξη, αφού εξέθετε στην Ευρώπη τα δίκαια αίτια τα οποία παρακίνησαν το έθνος των Ελλήνων να αρπάξει τα όπλα και να απελευθερωθεί από τον τυραννικό ζυγό, ζητούσε τη βοήθειά της.

Αίγινα και ελληνική επανάσταση



Κατά την επανάσταση του 1821 η Αίγινα εξαιτίας της σημαντικής της γεωγραφικής θέσης έπαιξε έναν πολύπλευρο ρόλο. Στάθηκε ο συγκοινωνιακός κόμβος ανάμεσα σε Αττική, Πελοπόννησο και Κυκλάδες.

Σε μια εποχή που οι δρόμοι της στεριάς ήταν κλειστοί κι επικίνδυνοι, η μεταφορά στρατευμάτων κι εφοδίων γινόταν απ' το θαλασσινό δρόμο του Σαρωνικού, που ήταν συντομότερος κι ασφαλέστερος με πέρασμα πάντα την Αίγινα, η οποία μ' αυτόν τον τρόπο έγινε βάση ανεφοδιασμού και μεταφορών, ιδίως στα 1826 και 1827, οπότε το νησί στάθηκε το κέντρο για την οργάνωση και την ενίσχυση των επιχειρήσεων στην Αττική και αργότερα στη Δυτική Στερεά Ελλάδα.

Εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης και της κάλυψης της από τους στόλους της Ύδρας, των Σπετσών, αργότερα και των Ψαρών, έγινε η Αίγινα απ' την αρχή της επανάστασης, καταφύγιο χιλιάδων προσφύγων από όλες τις άλλες ελληνικές περιοχές.

Μετά την καταστροφή των Ψαρών (1825) εγκαταστάθηκε στην Αίγινα η επιτροπή και το μεγαλύτερο μέρος των Ψαριανών. Η Αίγινα έγινε έτσι το κέντρο της πολιτικής, εμπορικής και πολεμικής τους δράσης και η βάση του στόλου τους.

Η Αίγινα έγινε ακόμα το κέντρο των ευρωπαϊκών επεμβάσεων και ανταγωνισμών, ιδίως μετά την εγκατάσταση της ελληνικής κυβέρνησης. Στο μεγάλο όρμο του Μαραθώνα αγκυροβολούσαν τα ευρωπαϊκά εμπορικά και πολεμικά πλοία. Κάποιοι φιλικοί ταξίδευαν εκεί για εμπόριο και για προπαγάνδα.

Στην επανάσταση πήραν μέρος πολλοί Αιγινήτες. Πολέμησαν στο Χάνι της Γραβιάς, στη μάχη του Αγινορίου, στο Φάληρο, βοήθησαν στον ανεφοδιασμό της Ακρόπολης με το Φαβιέρο καθώς και το Μοναστήρι της Χρυσολεόντισσας συμμετείχε δίνοντας πολλά χρήματα και τρόφιμα για τον αγώνα.

Η οικονομική άνθιση που παρουσίασε η Αίγινα στις παραμονές του ξεσηκωμού του 1821 είναι ένα φαινόμενο, το οποίο παρατηρήθηκε και στα άλλα νησιά, όπως στην Ύδρα, στον Πόρο, στις Σπέτσες, στα Ψαρά κ.α. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθούν όλα τα νησιά αυτά, κατά την έκρηξη της επανάστασης μ' έναν αξιόλογο και αξιόμαχο στόλο, (ο οποίος, όταν χρειάστηκε μετατράπηκε σε δραστικό πολεμικό όπλο κατά των τυράννων κι έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη νικηφόρο έκβαση του κατά θάλασσα πολέμου.

Κατά τον Α. Λιγνό, που με πολλή εμβρύθεια και ιδιαίτερη προσοχή, μελέτησε τη συνεισφορά των νησιών του Αργοσαρωνικού στον αγώνα, η Αίγινα στις παραμονές του 1821 διέθετε 68 σκάφη.

Στις 23 Μαρτίου 1821 η Αίγινα επαναστάτησε εναντίον των Τούρκων συγχρόνως με τον Πόρο και τη Σαλαμίνα, ακολουθώντας το Παράδειγμα των Σπετσών.

Ο προύχοντας της Αίγινας Μάρκελλος έστειλε στην Κάρυστο ένα πολεμικό βρίκι με το οποίο οι Αιγινήτες άρπαξαν μερικά τηλεβόλα από την παραλία της Καρύστου κι επέστρεψαν στο νησί τους. Αυτά τα τηλεβόλα χρησιμοποιήθηκαν στην πολιορκία του Ακροκορίνθου. Αρχηγοί της Αίγινας εκείνη την εποχή ήταν ο Σπύρος Μάρκελλος και ο Γιώργος Λογιωτατίδης, οι οποίοι συγκροτούσαν το στρατό τους με δικά τους έξοδα.

Στη μάχη του Φαλήρου, αρχηγοί των Αιγινητών πολεμιστών, ήταν τ' αδέλφια Τσελεπή, οι οποίοι αιχμαλωτίστηκαν απ' τους Τούρκους. Κατά τον ανεφοδιασμό της Ακρόπολης της Αθήνας απ' το Φαβιέρο, οι Αιγινήτες πολέμησαν κάτω απ' τους αρχηγούς τους Κώστα Λιούργο, Μούρτζη και Λαλαούνη.

Στην Κόρινθο οι Αιγινήτες τάχθηκαν στις διαταγές του Αναγνώστη Πετιμεζά και άλλοι υπό τον Δ. Υψηλάντη και εξεστράτευσαν στο μοναστήρι της Φανερωμένης κι εναντίον των πασάδων Ομέρ Βρυώνη και Μεχμέτ, που το 1821 είχαν εισβάλλει στην Α. Ελλάδα.

Τον επόμενο χρόνο, 1826 - 28 Ιουλίου βοήθησαν και οι Αιγινήτες στην καταστροφή της δεύτερης φάλαγγας του Δράμαλη στη νικηφόρα μάχη του Αγινορίου και των Δερβενακίων. Σε αυτή τη μάχη διακρίθηκαν οι Αιγινήτες Λαλαουνης, Κάτσας, Σώρρος, Μούρτζινος, Λυκούρης, οι αδελφοί Καρύδη (Τσελέπηδες) και πολλοί άλλοι.

Μετά οι Αιγινήτες πήραν μέρος στη μάχη της Αγ. Μαρίνας και της Στυλίδας υπό τις διαταγές του Νικηταρά, ενώ στη μάχη στο Αγινόρι πολέμησαν με αρχηγό το Γεώργιο Λύκο.

Αιγηνήτες πολέμησαν ακόμη, παίρνοντας μέρος στην εκστρατεία της Αθήνας, το 1826, στο πλευρό του αρχιστράτηγου Καραϊσκάκη στην οποία διακρίθηκαν. Στην άτυχη μάχη του Ανάλατου, ανάμεσα στους αιχμαλώτους περιλαμβανόταν κι ο Αιγινήτης Τσελεπής που εκτελέστηκε μαζί με όλους τους αιχμαλώτους μετά από διαταγή του Κουταχή.

Στις 21 Δεκεμβρίου του 1826 ο Κέιντεκ έφτασε στην Αίγινα και αφού επισκέπτηκε την εκεί βουλή σε συνεδρία, προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να πληροφορηθεί τι κεφάλαια, χρειάζονταν οι Έλληνες για να ιδρυθεί τακτικός στρατός.

Ακόμα η Αίγινα στις διάφορες κρίσιμες ιστορικές φάσεις του τόπου μας, χρησίμευε ως καταφύγιο του άμαχου πληθυσμού. Στα χρόνια της επανάστασης του 21, η Αίγινα έγινε τόπος συγκέντρωσης πλουσίων οικογενειών, πολιτικών, στρατιωτικών και πνευματικών προσωπικοτήτων.

Κατά την περίοδο 1821 με 1828 κατοικούσαν την Αίγινα οικογένειες: Ζαχαρίτσα, Καλιφρονά, Χαλκοκονδύλη, οι Φίλιππος Ιωάννου, Σπυρίδων Τρικούπης, Χρ. Κλωνάρης, Μάρκος Δραγούμης, οι αδελφοί Νικήτας και Παναγιώτης Σπακόπουλοι, ο Ικέσιος, ο Βενιαμίν Λέσβιος, ο Μαυροκορδάτος, ο Πετρόμπεης, ο Κανάρης, ο Γεώργιος Φίνλεϋ και πολλοί άλλοι.

Επίσης η Αίγινα δέχτηκε ομαδικά το 1824, τη μεγάλη κοινότητα των Ψαριανών, μετά το ολοκαύτωμα του νησιού τους. Οι Ψαριανοί συγκρότησαν μια δραστήρια και οικονομικά εύρωστη παροικία. Επίσης καταδίωξαν αποτελεσματικά την πειρατεία και με τα πλοία τους πήραν ενεργά μέρος στον αγώνα.

Άλλοι σημαντικοί Αιγινήτες αγωνιστές είναι οι εξής: Βελισάριος Αιγινήτης: πολέμησε στην Εύβοια και στην πολιορκία της Άμφισσας το 1824. Παναγιώτης Αιγινήτης: Πλοίαρχος και ιδιοκτήτης του σκάφους "Ασώματος". Συμμετείχε σε πολλές ναυμαχίες. Χρήστος Αιγινήτης: Πολέμησε κατά της στρατιάς του Κιουταχή (1826).

Ακόμα φαίνεται πως η πειρατεία άνθιζε στην Αίγινα, στην οποία λειτουργούσε σε πλήρη δράση σημαντικό ορμητήριο των πειρατών. Μάλιστα τον Ιούνιο του 1826, ο Δεριγνύ αποβίβασε στην Αίγινα αιφνιδιαστικά ναυτικά αγήματα και κατάφερε να ξεριζώσει ένα επικίνδυνο άντρο πειρατών, που δρούσε στο νησί.

Στην Παλιαχώρα κατάφευγαν οι Αιγινήτες όταν κινδύνευαν απο τους πειρατές. Μερικοί από τους Αιγινήτες ναυτικούς που πήραν μέρος στον αγώνα ήταν οι εξής: Γ. Καλαμαράς, Σ. Γιαννούλης, Μ. Χελιώτης, Στ. Μούρτζης, Στ. Μπόγρης, Ελ. Χελιώτης, Ιωαν. Μουτσάτσος, Δ. Μαυρέας, Θ. Χελιώτης, Δ. Καλαμαράς, Γ. Βέσης, Στ. Ψευτοσταμάτης κ ά.




Εθνικοί Ευεργέτες


Κάθε Επανάσταση,κάθε πόλεμος και ένοπλη εξέγερση χρειάζεται και χρήμα για να πετύχει.
Η Επανάσταση του 1821 στηρίχθηκε οικονομικά από Έλληνες οι οποίοι, τόσο κατά την περίοδο της Επανάστασης του 1821 αλλά και μετά απ΄ αυτή, δώρησαν στο ελληνικό κράτος υπέρογκα και σημαντικά ποσά για τις ανάγκες των λειτουργιών και την επίτευξη των στόχων της χώρας μας. Πρόκειται για τους λεγόμενους “ευεργέτες” του ελληνικού κράτους, που με την γενναιοδωρία, την μεγαλοψυχία και πάνω απο όλα με το αίσθημα της φιλοπατρίας τους, προσέφεραν μεγάλη αρωγή για τη σύσταση και την ανάπτυξη του ελληνικού κράτους.  Γνωστοί εθνικοί ευεργέτες των Ελλήνων είναι οι Γεώργιος Αβέρωφ(1818-1899)Ιωάννης Βαρβάκης (1750-1825) , Αδελφοί Ριζάροι , Κωνσταντίνος Βέλλιος (1772-1837)  Ευάγγελος Ζάππας(1800-1865),  Γεώργιος Σταύρου(1795-1869) κ.ά. 

Στην Ελλάδα, ως ημέρα μνήμης των Εθνικών ευεργετών είναι η 30η Σεπτεμβρίου από το 2007

Η συμβολή των γυναικών στην επανάσταση του 1821

Γνωστές και άγνωστες γυναικείες μορφές της ελληνικής επανάστασης, που έδωσαν ακόμα και την ζωή τους για την ελευθεριά της πατρίδας μας. ...